Είναι κάτι που απασχολεί πολλούς. Η αυτοεκτίμηση θεωρείται καύσιμο για τη δράση μας σε κάθε τομή της ζωής μας. Είτε είναι περίσσια , είτε λιγότερη, επιπτώσεις θα υπάρχουν, επομένως και εμπλοκές.
Χρόνια τώρα, οι πατέρες της ψυχολογίες, οι ερευνητές που ακολούθησαν, οι θεωρίες, οι μελέτες και τα πειράματα, απέδιδαν τη χαμηλή αυτοεκτίμηση σε συναισθηματική κακοποίηση  και αποστέρηση, ή σε αποτυχία κατά τη διάρκεια των παιδικών μας χρόνων.
Η παιδική ηλικία γινόταν η «φωλιά» όλων των τραυμάτων και το οικογενειακό και ευρύτερο περιβάλλον, η αιτία όλων των κακών.
Μέχρι που το ερευνητικό τμήμα του πανεπιστημίου Utrecht   στην Ολλανδία,  έρχεται να ανατρέψει τα όλα όσα γνωρίζαμε μέχρι τώρα.
Και πάλι κεντρικό ρόλο, ακόμα και σε αυτή την νέα εκδοχή, παίζουν οι γονείς, με τη διαφορά ότι ο μηχανισμός που χρησιμοποιούν για να πληγώσουν ( σαφώς ασυναίσθητα) την αυταξία των παιδιών τους, είναι ο « για λάθος λόγους  έπαινος» που κάνουν στα παιδιά τους.
Όταν ένα παιδί, επικροτείται για κάτι που είναι, αυτομάτως συνδέει την αυτοεκτίμηση του με ποιότητας που θεωρεί ότι φέρει από γεννησιμιού του.
Πχ, όταν ένας γονιός βραβεύει το παιδί του γιατί είναι καλός μαθητής, πιθανότατα η αυτοεκτίμηση του παιδιού αυτού να πληγωθεί ανεπανόρθωτα σε μία ενδεχόμενη σχολική απογοήτευση.
Αντιθέτως όταν ένα παιδί, λάβει αναγνώριση και έπαινο για κάτι που έκανε, συνδέει την αυτοεκτίμηση του με συμπεριφορές.

Δηλαδή : «Τα κατάφερες περίφημα γιατί διάβασες πολύ και δούλεψες σκληρά».

Έχοντας αυτή την πατέρνα επαίνου στο μυαλό του, ένα παιδί, θα συνδυάσει  μία ενδεχόμενη κακή στιγμή, με την συμπεριφορά που παρέλειψε να παρουσιάσει σε κάποια συγκεκριμένη περίοδο της ζωής του. «Δεν δούλεψα σκληρά, άρα γι αυτό δεν τα πήγα καλά!»
Όσο και αν ακούγεται απλά δυστυχώς το σύνηθες παγκόσμιο οικογενειακό μοντέλο, δεν ακολουθεί τη σωστή οδό.
Θέλοντας να εμψυχώσει το αγαπημένο του πρόσωπο και να χτίσει γερά θεμέλια στην αυτοεκτίμηση του, το περιβάλλον προβαίνει σε «λάθος επαίνους» που μακροπρόθεσμα μπορεί να φέρουν ακριβώς το αντίθετο αποτέλεσμα από αυτό που θα ήθελε κανείς.

Ο Κρίστεν Σμάουχερ, επικεφαλής της έρευνας υπογραμμίζει:
«Όταν η επιβράβευση έχει να κάνει με το «είναι» και όχι με το «ποιείν» ή το «πράττειν» είναι σχεδόν σίγουρο πως ρισκάρουμε να πληγώσουμε όχι εμείς, αλλά ο έξω κόσμος  και τα γεγονότα, την αυτοεκτίμηση ενός ανθρώπου. Γιατί σε αυτή την περίπτωση, ο έπαινος έρχεται ως αποτέλεσμα του εαυτού και όχι των επιδόσεων αυτού κάτω από συγκεκριμένες συνθήκες. Ένας νέος για παράδειγμα με ταλέντο στη ζωγραφική, αν  δεν πετύχει σε μία προσπάθεια του, θα κρίνει τον εαυτό του ως «κακό καλλιτέχνη» αν έχει αναγνωριστεί ως καλός καλλιτέχνης. Αντιθέτως δεν υπάρχει κίνδυνος για κάτι τέτοιο, αν απλά του έχει αναγνωριστεί ότι κατέχει ένα ταλέντο το οποίο ωστόσο θα αναπτυχθεί μόνο με σκληρή δουλειά και θα κριθεί υποκειμενικά, κάποιες φορές και αρνητικά».
Τα χαρακτηριστικά των ανθρώπων που έχουν χτίσει την αυτοεκτίμηση τους πάνω σε αυτό που «είναι» και όχι σε αυτό που «κάνουν», είναι ξεκάθαρα χαρακτηριστικά ανθρώπων που δεν έχουν αυτοπεποίθηση.
Είναι ευαίσθητοι στην κακή κριτική, είναι αυστηροί με τον εαυτό τους, εγκαταλείπουν εύκολα την προσπάθεια καταλογίζοντας στον εαυτό τους ότι «δεν το έχουν», φοβούνται την αποτυχία, συγκρίνουν τον εαυτό τους με άλλους,  δεν είναι σε θέση να απολαύσουν την επιτυχία τους, το ταλέντο τους γιατί απλά δεν τα θεωρούν κατακτήσεις και κατορθώματα τους, αλλά κομμάτια του εαυτού τους, γι αυτό και απογοητεύονται πολύ και βαθιά, όταν οι συνθήκες τους αμφισβητήσουν.

 


Αυτό είναι ό,τι πολυτιμότερο έχω ακούσει όλα αυτά τα χρόνια που κάνω αυτογνωσία. Την πρόταση αυτή, μου την είπε πριν από ένα περίπου χρόνο, η ψυχοθεραπεύτρια μου. Και αν είχα ακούσει τα λόγια αυτά νωρίτερα, νομίζω πως θα είχα πολύ λιγότερες ανασφάλειες για την εξέλιξη της ζωής μου. Πριν λίγε μέρες, σχεδόν αμέσως με το που βγήκε το blog μου στον αέρα, δέχτηκα ανάμεσα σε πολλά mail και ένα από μία φίλη αναγνώστρια που  θέλησε μέσα σε λίγες γραμμές να μου συστηθεί. Έκανε μία πολύ όμορφη παρουσίαση του εαυτού της, από την οποία κατάλαβα πως έχει πολλά ενδιαφέροντα, βλέψεις αλλά και όνειρα για τη ζωή της. Ανάμεσα ωστόσο στις γραμμές, διαφάνηκε και μία μικρή γλυκιά αόριστη αγωνία, που ίσως εκείνη να μη τη βιώνει έτσι, αλλά να την αισθάνεται ως ένα μικρό μπέρδεμα του τι της αρέσει περισσότερο και τι θα ήταν εκείνο που θα προτιμούσε να κάνει. Το σύντομο βιογραφικό της, το ολοκλήρωσε λέγοντας μου πως εκείνο που της αρέσει πιο πολύ σε μένα, είναι το γεγονός πως κάνω πάντα αυτό που θέλω. Μου ζήτησε να τη συμβουλεύσω πως θα πετύχει και εκείνη, ακριβώς αυτό. Το ερώτημα ωστόσο είναι, «κάνω πάντα αυτό που θέλω»; Ή ακόμα πιο σωστά : «έκανα πάντα αυτό που ήθελα;» Πλέον έχω καταλάβει και εγώ, για μένα την ίδια πως η εικόνα που δίνω προς τα έξω, είναι αυτή μίας γυναίκας που ξέρει πολύ καλά τι θέλει, και το διεκδικεί. Και ισχύει. Έτσι είναι τα πράγματα. Όχι όμως από την αρχή. Για να κάνεις αυτό που θέλεις, πρέπει να ξέρεις τι είναι αυτό που θέλεις. Και για να ξέρεις τι είναι αυτό που θέλεις, πρέπει να γνωρίζεις γιατί το θέλεις. Και όλο αυτό που μόλις σου περιέγραψα , είναι η μεγαλύτερη πρόκληση που έχει να αντιμετωπίσει ο κάθε άνθρωπος στην πορεία της ζωής του. Δεδομένου ότι όλοι μεγαλώνουμε σε ένα περιβάλλον που διακρίνεται από κάποιες αρχές , οι οποίες διέπονται από έναν ηθικό κώδικα, που με τη σειρά του διαμορφώνεται από τις συνήθειες τις απόψεις και τα βιώματα μίας ολόκληρης κοινωνίας που και αυτή είναι ένας κρίκος ανάμεσα σε πολλούς άλλους μίας τεράστιας αλυσίδας που λέγεται ανθρωπότητα , η γενετήσια ατομική αυθεντικότητα δέχεται απανωτά χτυπήματα και επιρροές με αποτέλεσμα να χάνεται κάπου στο δρόμο. Και είναι μετά από πολλά χιλιόμετρα νοθευμένης διαδρομής, που κάτι αρχίζει να μας φταίει, κάτι δεν μας γεμίζει, κάτι άλλο ονειρευόμαστε από αυτό που είμαστε, κάτι άλλο θέλουμε από αυτό που κάνουμε, κάτι άλλο είμαστε από αυτό που δείχνουμε. Αυτό που μπερδεύει όμως τους περισσότερους, δεν είναι εκείνο το άλλο, αλλά όλο αυτό που ίσχυε μέχρι τώρα. Εκείνο το άλλο, τις περισσότερες φορές, είναι και αυτό που θα έπρεπε να υπάρχει από την αρχή, γιατί απλά είναι εκεί από πάντα, απλά θάφτηκε, ή σιώπησε, στο βωμό της αέναης προσπάθειας που κάνει ο καθένας μας για να είναι αποδεκτός. Αυτή είναι η σημαντικότερη διαμορφωμένη ανάγκη για τον κάθε ένα μας. Το να είναι αποδεκτός. Και για να το πετύχει αυτό, θα χρειαστεί να παραμερίσει τις ανάγκες του, να βάλει στην άκρη τα όνειρα του, να διαπραγματευτεί την ευτυχία του, να συμβιβαστεί, ή να προδώσει τα θέλω του, ανάλογα πάντα με το τι απαιτεί ο τρόπος που επιλέγει κάποιος για να νιώσει αποδεκτός. Δεν έκανα πάντα αυτό που ήθελα. Όχι, έκανα πάντα αυτό που πίστευα πως αν κατακτήσω θα με κάνει να νιώσω αποδεκτή. Μάλιστα, κοιτώντας πίσω τη ζωή μου, σήμερα, θα σου έλεγα πως αν είχα την ευκαιρία να ξαναζήσω , δεν θα είχα κάνει τα περισσότερα από όλα όσα επέλεξα να κάνω. Δεν θα είχα σπουδάσει πέντε γλώσσες. Θα είχα ακολουθήσει το δρόμο του αθλητισμού. Δεν θα είχα σπουδάσει στην Ελλάδα. Θα είχα φύγει να γνωρίσω τον κόσμο από τα 18. Δεν θα είχα γίνει δημοσιογράφος. Θα είχα γίνει κτηνίατρος. Δεν θα είχα πει ναι στον Πρωινό Καφέ. Θα είχα παραμείνει στα δελτία. Η ζωή μου δεν θα ήταν αυτή που είναι τώρα, εγώ θα ήμουν μία άλλη, λογικά αντί να γράφω αυτές τις γραμμές, θα έκανα εμβόλια σε σκυλάκια. Όλα όμως είναι επιλογές. Μικρές ή μεγάλες επιλογές, αποφάσεις της στιγμής, η πιο σοβαρές, που θα μας οδηγήσουν σε άλλες επιλογές και σε περαιτέρω αποφάσεις. Το παν λοιπόν στη ζωή, είναι το να μπορείς να κάνεις τις σωστές επιλογές. Η αν κάνεις τις λάθος, να μπορείς να τις στηρίξεις μέχρι να τις αντιστρέψεις. Γιατί δεν είμαστε φτιαγμένοι για να κάνουμε πάντα το σωστό, και πολλές φορές οι λάθος επιλογές είναι αυτές που μας οδηγούν εκεί που πρέπει. Είμαστε όμως φτιαγμένοι για να μπορούμε να κάνουμε πάντα αυτό που θέλουμε, αρκεί να ξέρουμε τι είναι αυτό. Ένα βρέφος, ένα μωρό, δεν κάνει ποτέ λάθος επιλογή. Ζει , διεκδικεί και κατακτά, μέσα από το ένστικτο. Αυτό το ένστικτο είναι που χάνουμε ως ενήλικες. Αν και αυτό δεν φεύγει ποτέ από μέσα μας γιατί είναι το κέντρο μας. Όσο είμαστε συντονισμένοι με το κέντρο μας, θα παραμένουμε εστιασμένοι στις ανάγκες μας, και αυτές θα διαμορφώνουν τα θέλω μας, που αυτομάτως, αποτελούν και τον σκοπό της ζωής μας. Αν δεν έχουμε σκοπό, ή αν δεν βλέπουμε σκοπό, σημαίνει πως δεν έχουμε επιλέξει αυτό που πραγματικά θέλουμε. Σημαίνει πως δεν γνωρίζουμε τι είναι αυτό που θέλουμε. Και εκεί ο άνθρωπος κατά την άποψη μου, χαραμίζει το δώρο που λέγεται ζωή. Μία απλή ερώτηση , μου είχε πει η ψυχολόγος, και η απάντηση της, είναι όλη η ζωή. Τι θέλω να είμαι; Τι θέλω να κάνω; Κάνε αυτή την ερώτηση, όπως προτιμάς και όπως σε βολεύει, και απάντησε την με ειλικρίνεια στον εαυτό σου. Και όταν λέω με ειλικρίνεια, εννοώ με αλήθεια ως προς το τι χρειάζεσαι εσύ για σένα, και όχι με βάση το τι θα αρέσει στους γονείς σου, τι θα εγκρίνει το περιβάλλον σου, τι θα αποδεχτεί η κοινωνία. Γιατί ναι , είναι ωραίο να έχεις αποδοχή, αλλά πίστεψε με, ακόμα και η αποδοχή απ όλο τον κόσμο, δεν μπορεί να καλύψει το κενό που δημιουργεί η απόρριψη από τον ίδιο σου τον εαυτό. Όταν η ζωή σου, είναι ένα μόσχευμα μη συμβατό με την αλήθεια σου, τότε αυτή θα σε ξεράσει... Ο μόνος τρόπος για να έχεις έναν σκοπό, είναι απλά να τον βρεις. Και το να βρεις τον σκοπό της ζωής σου, είναι εν τέλει, τόσο εύκολο όσο το να παραγγείλεις μια πίτσα. Ακούς απλά την όρεξη σου. Καθαρή και ατόφια χωρίς ξένα γούστα,  δίχως απαιτήσεις τρίτων,  μακριά από τα όνειρα άλλων. Είμαι 37 χρονών, και ναι, πλέον κάνω μόνο ό,τι μου αρέσει. Γιατί έχω έναν δικό μου σκοπό και μένω σε αυτόν.  

MORE FROM THEPsychology

MORE To BELIEVE