Ήταν ένα ερώτημα «σοσιαλομιντιακού» φίλου που ομολογώ μου άρεσε. Ένιωσα όπως ακριβώς ένιωθα όταν έγραφα διαγώνισμα έκθεσης και «έπεφτε» θέμα που ήξερα ότι «το χω». Πριν όμως ξεκινήσω να ξετυλίγω τις σκέψεις μου, τόσο στον φίλο όσο και για όλους εσάς που έχετε κάνει «κλικ» σε αυτό το κείμενο, θέλω να σας διευκρινίσω  πως γράφω «αυτόματα». Αυτό σημαίνει πως δεν σκέφτομαι πρώτα, κάνω παύση, γράφω, σβήνω, ξαναδιαβάζω, αλλάζω σημεία, προσθέτω λέξεις, αφαιρώ σκέψεις. Απλά γράφω. Ανοίγω το pc και αυτό που σκέφτομαι το γράφω. Αφιλτράριστα, απευθείας, έχοντας δώσει εντολή από τους νευροδιαβιβαστές της σκέψης, στο χέρι μου.
Συνήθως για ένα κείμενο σαν και αυτό, θέλω καθαρό χρόνο γραφής, γύρω στα 15 λεπτά. Και αυτό σας το επισημαίνω , ώστε να γνωρίζετε πως μετά το πέρας της ανάγνωσης, ουδεμία ευθύνη φέρω για το πως θα διαχειριστεί ο καθένας από εσάς τα λεγόμενα μου. Δεν είμαι ειδικός, δεν συμβουλεύω κανέναν, δεν καθοδηγώ.
Απλά μοιράζομαι χωρίς δεύτερη σκέψη, όλα αυτά που έχω μέσα στο μυαλό μου ελεύθερα και χωρίς ενοχές. Μπορεί σε κάποιους να αρέσουν και κάποιοι άλλοι να θεωρούν όσα διαβάζουν «λάθος». Και κοίτα πως έφερα την κουβέντα εκεί ακριβώς που ήθελα… Στα λάθη…
Ξέρεις είναι πολύ δύσκολο για κάποιον να αναγνωρίσει πως έχει κάνει λάθη. Και αν τα αναγνωρίσει είναι ακόμα πιο δύσκολο να τα αποδεχτεί. Χρειάστηκαν πολλά χρόνια για να το κάνω ξεκάθαρο αυτό και στον εαυτό μου. Κανείς όμως δεν έρχεται στη ζωή με manual.
Και το βρέφος βάζει το παπούτσι στο στόμα του αρχικά και όχι στο πόδι του. Γιατί δεν ξέρει τι είναι το παπούτσι και κάνει “λάθος”. Σιγά σιγά όμως καταλαβαίνει πως αυτό είναι “λάθος” και γνωρίζοντας τον κόσμο, γνωρίζει και το που ακριβώς μπαίνει το παπούτσι.
Αν μου έκανες την ίδια ερώτηση πριν δύο χρόνια, και σου απαντούσα ειλικρινά, η απάντηση δεν θα ήταν και πολύ «τιμητική» για εμένα. Υπό την έννοια ότι η αντίδραση μου στα λάθη, ήταν περισσότερο «τιμωρητική» σχεδόν κακοποιητική, κάτι που δείχνει πως δεν αγαπούσα και τόσο πολύ τον εαυτό μου.
Την ίδια στιγμή που θα ερχόμουν αντιμέτωπη με το λάθος, θα ξεκινούσε το μαρτύριο μου. “Αυτομαστίγωμα” μέχρι τελικής πτώσης. Ατελείωτες ώρες απομόνωσης, βυθισμένες στην υπέρ-ανάλυση και στην ψυχαναγκαστική  επανάληψης της βοής  των «γιατί;»  του «τι θα γινόταν αν»  του «έπρεπε να» ,  του «δεν έπρεπε να» … Μέσα στο κεφάλι μου επικρατούσε, μέχρι να εξαντληθώ μία επικριτική, χωρίς οίκτο φωνή, σαν εκείνη που θα άκουγε και η Ιωάννα της Λοραίνης πριν την ρίξουν στην πυρά.
Αν είχα μία polaroid, εκείνη τη στιγμή (μιλάμε για την εποχή που δεν υπήρχαν κινητά και selfies), και έβγαζα τον εαυτό μου  μία φωτογραφία, για να δω πως ήταν η έκφραση του προσώπου μου όταν έκανα αυτές τις σκέψεις, θα έβλεπες έναν άνθρωπο που βιώνει πόνο. Θα φανταζόσουν από τις συνοφρυώσεις πως κάποιος ασκεί σωματικό πόνο στον φωτογραφιζόμενο. Τόσο αμείλικτη ήμουν απέναντι στα «λάθη» μου. Και ξεκινώ στο σημείο αυτό να  βάζω τη λέξη  {λάθη} σε εισαγωγικά, γιατί απλά αν κάτσεις και το καλοσκεφτείς, το εύρος των λαθών στα οποία μπορεί να περιπέσει κάποιος είναι μικρό και αυτό θωρακίζεται από νόμους, κανόνες και ποινές που προβλέπονται από το δίκαιο.
Οτιδήποτε άλλο, δεν είναι παρά πράξεις,  και δράσεις που για κάποιο λόγο προκλήθηκαν από εμάς, σε συγκεκριμένες στιγμές της ζωής μας, και στις  οποίες μας οδήγησε ο συνδυασμός της σκέψης και των συναισθημάτων μας, εκείνη την δεδομένη στιγμή. Ουσιαστικά αυτό που εμείς ορίζουμε ως «λάθος» είναι η αντανάκλαση του ίδιου μας του εαυτού σε ένα χωροχρόνο  όπου δεν μπορούσαμε να υπάρξουμε διαφορετικά. Δεν είναι ότι δεν είχαμε άλλες επιλογές. Είναι ότι η επιλογή που κάναμε τη δεδομένη στιγμή, ήταν εκείνη που αργότερα άλλες συνθήκες και άλλα δεδομένα θα μας οδηγούσαν να χαρακτηρίσουμε «λάθος» γιατί το είδωλο μας στον τότε χωροχρόνο αποφασίζει εκ νέου.  Και η επιλογή αυτή ήταν δική μας, με τα τότε, τόσο εξωτερικά όσο και εσωτερικά δεδομένα.
«Έχεις ακούσει ποτέ το στερνή μου γνώση να σ είχα πρώτα;» Αυτό ακριβώς… Μέσα από ένα δικό μου λίγο πιο περίπλοκο πλέγμα.
Ας πάρουμε όμως το σενάριο πως όλοι οι άνθρωποι γεννιόμασταν κατέχοντας αυτή τη «γνώση» που θα μας οδηγούσε να μην κάνουμε ποτέ «λάθη». Πως θα ήταν η ζωή; Ασφαλής. Μόνιμα προστατευμένη. Ανακουφιστική. Αψεγάδιαστη. Για κάποιους αυτό ίσως να φάνταζε ιδανικό. Ίσως και για τον παλιό μου εαυτό, κάτι τέτοιο να ήταν και το ζητούμενο.
Μέχρι που σιγά σιγά άρχισα να μαλακώνω με τον εαυτό μου. Άρχισα να παρατηρώ περισσότερο τη ζωή. Την αλληλουχία των γεγονότων, την επίδραση που μπορούμε και που έχουμε σε αυτά, αλλά και το ότι έχουμε και τη μοναδική ελευθερία του να αποφασίσουμε πως θα αντιδράσουμε σε  σε οτιδήποτε μας συμβαίνει όταν δεν μπορούμε να το ελέγξουμε.
Και τότε άρχισα να βλέπω τη ζωή σαν ένα παιχνίδι. Σαν έναν λευκό καμβά  όπου θα μπορούσα να ζωγραφίσω πάνω ό,τι θέλω, με όποιο χρώμα μου αρέσει.
Δεν έγινε γρήγορα, δεν έγινε αμέσως αυτή η αλλαγή. Άρχισε όμως να πραγματοποιείται , όταν άρχισα και εγώ να αγαπώ «τα λάθη»μου. Όταν άρχισα να τα αντιμετωπίσω ως κομμάτια του εαυτού μου, ως την καλύτερη version του «είναι» μου σε δεδομένες στιγμές. Ως εκείνο που εγώ αποφάσιζα πως θεωρώ δυνατό για μένα και από εμένα, υπό τις συνθήκες που καλούμουν να πράξω.
Και αυτό δεν σταμάτησα ποτέ να το σκέφτομαι.
Και κάπως έτσι τα «λάθη» ξαφνικά γινόντουσαν «δάσκαλοι». Γινόντουσαν ο δικός μου καθρέφτης που κρατούσε το είδωλο μου παγωμένο στο ψυγείο του χρόνου, και όταν ο καιρός περνούσε, τα δεδομένα άλλαζαν και μαζί με αυτά και εγώ, κάθε φορά που ερχόμουν μπροστά από ένα συμβάν για το οποίο θα έπρεπε να κάνω την ενδοσκόπηση μου και να μου λογοδοτήσω, εγώ ανέτρεχα σε εκείνο το είδωλο , το παρατηρούσα , το ξεπάγωνα από τον χρόνο και μιλούσα μαζί του.
Και κάπως έτσι φτάνουμε στο σήμερα που αν μου κάνεις την ερώτηση « πως αντιδράς στα λάθη σου;» θα σου απαντήσω: « με αγάπη».
Όχι από εκείνη την ηλίθια ψυχαναγκαστική αγάπη που διατυμπανίζουν με σαχλό τρόπο εκπρόσωποι ( όχι διαπιστευμένοι) του νέου «ντε και καλά θετικού κινήματος» ή της μοδάτης τάσης που θέλει μία επιτηδευμένη επιφανειακή αγάπη για τον εαυτό, τον πλησίον και τη ζωή…Οι εν λόγω καλό θα είναι να αγαπήσουν ΟΝΤΩΣ τον εαυτό τους και τότε θα καταλάβουν πως ο τρόπος που καλούν τους άλλους να αγαπήσουν δεν είναι παρά μία απεγνωσμένη προσπάθεια να καταφέρουν να κάνουν το ίδιο και αυτοί.
Μιλάω για μία αγάπη αγνή, απλή και αβίαστη, που βιώνεται , δεν διατυμπανίζεται  και σαφώς δεν επιβάλλεται.
Μιλάω για  μία αγάπη προς τον εαυτό που χαρακτηρίζεται από μία υγιή ανεκτικότητα στα «παραπατήματα», μία τεκμηριωμένη  κατανόηση προς αυτά ( όχι εύκολη δικαιολόγηση) και μία τρυφερή αποδοχή που συνοδεύεται από το «δεν πειράζει… Ας το πάρουμε αγκαζέ, και το «λάθος» και ό,τι έχει να μας διδάξει αυτό και ας πάμε παρακάτω.»
Πως η μάνα αγαπά το παιδί της και το ενθαρρύνει να κοιτάξει μπροστά μετά το «λάθος»;… Κάπως έτσι…
Τίποτα δεν είναι «λάθος». Όλα είμαστε εμείς, στο παρελθόν πριν την αλλαγή και την εξέλιξη μας μέχρι το τώρα. Είναι άδικο να μας χαρακτηρίζουμε λάθος.
Όλα  είναι μικρά μικρά μαθήματα, καλά κρυμμένα πίσω από εμπειρίες. Μαθήματα και μυστικά για εμάς, ως οντότητες και για τον τρόπο που υπάρχουμε στο χωροχρόνο, για τον τρόπο που αλληλεπιδρούμε, για τον τρόπο που εξελισσόμαστε…
Αγαπώ τα «λάθη» μου γιατί με διαμορφώνουν. Και όσο τα «εκμεταλλεύομαι» προς όφελος μου, ποτέ δεν τα φοβάμαι, και ποτέ δεν νιώθω πως τα «πληρώνω ακριβά». Γιατί όταν  σταματήσεις να βλέπεις το «λάθος» ως λάθος, και το χαρακτηρίζεις  «εμπειρία», τότε η κληρονομιά που σου  αφήνει είναι πολύ μεγαλύτερη και πλούσια, απ όσο θα μπορούσε να είναι το κόστος που θα πληρώσεις μέσα σου για τον …. ΛΑΘΟΣ τρόπο που θα διαχειριστής ένα «λάθος».


Η αλλαγή είναι διαδικασία της ζωής. Για κάποιους αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της εξέλιξης τους και την επιζητούν. Για κάποιους άλλους η αλλαγή είναι κάτι που απλά συμβαίνει, και όταν έρθουν αντιμέτωποι με αυτήν, καλούνται να αντιμετωπίσουν τη φάση της μετάβασης από τη μία κατάσταση στην άλλη, βιώνοντας συναισθήματα πρωτόγνωρα που προκαλούν σύγχυση και φόβο. Και στις δύο περιπτώσεις η αλλαγή είναι απαραίτητη και είτε έχεις επιδιωχθεί από εκείνον που την ζει, είτε όχι,  συνοδεύεται από μία κοινή ψυχολογία. Παρακάτω καταγράφονται τα συναισθήματα που συνεπάγεται η διαδικασία της αλλαγής, και η ύπαρξη τους δηλώνει πως όλα βαίνουν καλώς. Απομόνωση Η αλλαγή είναι κάτι προσωπικό. Ακόμα και αν έχει ξεκινήσει από απρόβλεπτους και εξωτερικούς παράγοντες, ο κάθε ένας μας, τη διαχειρίζεται προσωπικά ανάλογα με την ιδιωτική του λογική και τα βιώματα του.  Και η διαχείριση αυτή πολλές φορές απαιτεί συγκέντρωση και απομόνωση. Μία διακριτική απομάκρυνση από φίλους γνωστούς και συγγενείς, που δεν συνεπάγεται κάτι κακό αλλά μία ανάγκη να βρεθεί κάποιος μόνος με τον εαυτό του σε μία κρίσιμη στιγμή για εκείνον. Αδυναμία συγκέντρωσης σε καθημερινές υποχρεώσεις Η αλλαγή είναι μία στρεσογόνος κατάσταση που αποσυντονίζει τη σκέψη και κουράζει εύκολα και γρήγορα τον εγκέφαλο μας. Η αριστερή πλευρά του, που ευθύνεται για την εκτέλεση  των περισσότερων δραστηριοτήτων μας , κυριολεκτικά «καίγεται» όταν καλούμαστε να προσαρμοστούμε σε νέα δεδομένα. Αγωνία και ανησυχία Σε  όποια κατηγορία και αν ανήκει η αλλαγή, είτε αφορά σε μία σχέση, σε επαγγελματικό περιβάλλον ή ακόμα και αν έχει και πνευματική βάση, προκαλεί μία εσωτερική αναστάτωση που εκδηλώνεται από άγχος και μία απροσδιόριστη αγωνία για το οτιδήποτε. Δεδομένου ότι με την αλλαγή συντελούνται επαναπροσδιορισμοί και ανακατατάξεις, είναι λογικό να βιώνει κάποιος πληθώρα αρνητικών συναισθημάτων τα οποία ωστόσο είναι εκτός από  φυσιολογικά και άκρως απαραίτητα που σε βάθος χρόνου μόνο οφέλη έχουν να αποφέρουν στη διαδικασία της εσωτερικής μας εξέλιξης. Πέρα από την αγωνία και την ανησυχία μπορεί κάποιος να νιώσει θλίψη, απογοήτευση, φόβο... Εκνευρισμός και ερεθιστικότητα Τα τσιτωμένα νεύρα κατά τη διάρκεια της αλλαγής είναι δεδομένα. Η ψυχολογία μας αλλάζει το ίδιο και η ανεκτικότητα μας απέναντι σε γεγονότα και πρόσωπα. Η μεταμόρφωση αυτή γίνεται αντιληπτοί από τους οικείους που ενδέχεται να μην δείξουν κατανόηση σε όλες τις περιπτώσεις με αποτέλεσμα το κλίμα να είναι τεταμένο ανάμεσα σε εμάς και τους γύρω μας. Καβγάδες, παρεξηγήσεις , εντάσεις και διαφορές θα προκύψουν κατά τη διάρκεια μίας αλλαγής , είτε συντελείται σε εμάς είτε στους άλλους. Είναι σχεδόν βέβαιο ότι φιλίες θα κριθούν και παντός φύσης σχέσεις θα δοκιμαστούν.  Αίσθηση ότι είσαι χαμένος Νιώθεις μπερδεμένος, σαν να μην πατάς στη γη, ανασφαλής, ίσως και μπερδεμένος παρά το γεγονός ότι ξέρεις καλά πως μέσα σου, η αλλαγή πρέπει να γίνει ή γιατί το επιθυμείς ή γιατί δεν έχεις άλλη επιλογή. Τα συναισθήματα αυτά δεν σημαίνουν πως έχεις πάρει λάθος δρόμο, αντιθέτως! Το πρόσωπο που βιώνει αλλαγή, καλείται να έρθει αντιμέτωπο με νέες προσδοκίες, καινούριες εμπειρίες που διαμορφώνουν μία τελείως νέα πραγματικότητα που απαιτεί χρόνο προσαρμογής    

MORE FROM THEI BELIEVE

MORE To BELIEVE